Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Αφιερωμένο...




Υπάρχουν στιγμές χαράς, έρωτα, ευτυχίας προσωπικής. Νομίζω εκείνες είναι οι πιο ένοχες στιγμές μου, γιατί ασυναίσθητα αποκόπτω τον εαυτό μου από την οικογένειά μου και τον συνδέω με έναν άγνωστο και τυχαίο άνθρωπο, που νομίζω ότι είναι η πηγή αυτής της αιφνίδιας χαράς.

Υπάρχουν και κάποιες άλλες στιγμές, δύσκολες. Αυτές που σκέφτεσαι πολλές φορές και λες «άκου τι συνέβη στον τάδε» κι εσύ είσαι απλός παρατηρητής και συμπαραστάτης. Όταν, όμως, εσύ ή κάποιο πολύ αγαπημένο σου άτομο έρχεται στη θέση του θύματος αυτών των καταστάσεων; Πόσο εύκολο είναι να μη σε πάρει «από κάτω» και να παραμείνεις σχολιαστικός παρατηρητής;

Σπάνιες μέχρι σήμερα, αλλά μεγαλώνοντας συνειδητοποιώ πως οι έντονες, γεμάτες εντάσεις και διχογνωμίες οικογενειακές σχέσεις είναι αυτές που είναι και πιο σημαντικές στη ζωή σου. Δύο από αυτές είναι η μαμά μου και η γιαγιά μου, Σίσσυ και Μαρία αντίστοιχα. Άτομα με τα οποία με συνδέει μια τεράστια αγάπη, αποτελούμενη από χαμόγελα, δυνατά συναισθήματα, στιγμές συμπαράστασης, δύσκολες αναμνήσεις και πολλοί απολαυστικοί Ομηρικοί καυγάδες.

 Πριν περίπου 20 χρόνια, αλλά και πριν ένα χρόνο, η μοίρα απείλησε πως θα μπορούσε να μου πάρει από κοντά μου τη μαμά μου. Δεν τα κατάφερε και εγώ εκπλήρωσα την υπόσχεση που έδωσα στον ήλιο που αντίκριζα εκείνο το πρωί – που έτρεχα πανικόβλητος από το Μαρούσι μέχρι τη Γλυφάδα για να δω μόνο ότι είναι ακόμα καλά και μου χαμογελάει – ότι θα είμαι δίπλα της ό,τι και αν έρθει. Στα δύσκολα, στα εύκολα, στα πάντα. Και αυτό κάνω.

Πριν 2 μέρες, όμως, η μοίρα μου ήθελε να με δοκιμάσει ακόμα περισσότερο. Φαινομενικά  εγώ και η γιαγιά μου, αν και βίοι αναπόσπαστοι και παράλληλοι ταυτόχρονα, είμαστε δύο οντότητες που υπάρχουν για να τσακώνονται, να φωνάζουν και να λατρεύουν ο ένας τον άλλον. Όταν έμαθα πως της επιτέθηκαν και πως είναι σε άθλια κατάσταση, μεταφερμένη στον Ευαγγελισμό, η αντίδραση μου ήταν παροιμιώδης. Άρχισα να φωνάζω και να την κατηγορώ πως δεν με αφήνει σε ησυχία.

Τελικά αυτό είναι ένα ωραίο τρικ για να μη βάλεις αμέσως τα κλάματα σαν 5χρονο που έχασε τη μαμά του μέσα στον κόσμο μιας τράπεζας ξέρωγω και ψάχνεις από χέρι σε χέρι να βρεις ποιο «κουμπώνει» με το δικό σου. Η γιαγιά που ήταν δίπλα μου στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου, που ήταν πάντα εκεί να μου πει μια καλή κουβέντα, όταν εγώ τα έβλεπα όλα μαύρα, αυτή που ήταν εκεί να με ξελασπώσει στις στραβές μου ή να ακούσει τα νεύρα μου και ας μην είχε όρεξη, αυτή λοιπόν βρισκόταν μες στα αίματα και εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.

Ακόμα και τώρα, δυο μέρες μετά, που με κοιτάει ενώ βρίσκεται στην κατάσταση που την έφεραν ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΑΛΗΤΕΣ, φοβάμαι μη «σπάσω» λέγοντάς της πως θέλω ξανά να τη δω να μου φτιάχνει πασχαλινά κουλουράκια, γιατί 25 χρόνια έτσι έχω μάθει πως είναι ο κόσμος μου… Ήταν εκεί για όλα τα καλά ή τα δύσκολα, όλα.

Εδώ είμαι, αλλά όλα θα στα πω όταν γίνεις καλά και σε ξαναπάω βόλτα στο Chocolat στο Θησείο, να βλέπεις την Ακρόπολη πίνοντας τον καφέ σου και εγώ να σου φωνάζω που θα μου λες κάθε τρεις και λίγο να πάρω τηλέφωνο τον παππού να δω αν είναι καλά – γιατί τέτοια είσαι.

Σ ΑΓΑΠΩ ΜΩΡΕ.

Κωνσταντίνος