Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Δεν είναι ο κόσμος μου αυτός

Γεννήθηκα στην πιο «αναπτυσσόμενη» εποχή της Ελλάδας, στα τέλη του 1988. Τότε, η Ελλάδα προσπαθούσε να γίνει Ευρώπη. Ο Έλληνας ποτέ δεν έγινε, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση.

Θυμάμαι να ακούω τον πατέρα μου να λέει πως το 1988 θα μπορούσε η οικογένειά μου να χτίσει το ξενοδοχείο της με τίποτα «γιατί τότε υπήρχαν τα ΜΟΠ». Δεν το έκανε, γιατί ο παππούς μου ήταν ένας κλασικός Έλληνας επιχειρηματίας που δεν άκουγε. Δεν βαριέσαι, να ‘ναι καλά και για αυτά που έκανε.

Παράλληλα, ο πατέρας μου δούλευε μερόνυχτα σε πολυεθνικές του ’90 για να γίνει αυτό που είναι, ενώ η μητέρα μου από το 1990 ανέλαβε μια επιχείρηση που της δόθηκε με «απευθείας ανάθεση», χωρίς να το ζητήσει η ίδια. Όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Για πάνω από 20 χρόνια. Γιατί; Επειδή δουλεύανε όλοι.

Στο μεταξύ εγώ παρακολουθούσα τα πρότυπα. Βοηθούσα όπου μπορούσα. Θυμάμαι να κοιμάμαι στα γκρι 70s δέρματα μιας Μερσεντές του ’71, μέχρι η μαμά μου (περίπου 25 ετών τότε) να μιλήσει με ένα κάρο απατεωνίσκους που έχτιζαν την επιχείρησή της. Θυμάμαι και τον μπαμπά μου να με αφήνει σε μια σουίτα ξενοδοχείου, ενώ εγώ φοβόμουν να μείνω μόνος μου στα 5 μου, για να κατέβει δυο ορόφους πιο κάτω, επειδή βράδυ Πρωτοχρονιάς έβγαζε αποτελέσματα της χρονιάς. Ποτέ δεν παραπονέθηκα που όλοι στην οικογένειά μου δούλευαν τόσο.

Μεγάλωσα και ξεκίνησα να δουλεύω κι εγώ μαζί τους. Από τα 11 μου, κάθε καλοκαίρι μου το έφαγα δουλεύοντας. Κάθε χρονιά δεν πήγαινα διακοπές, κάθε μεσημέρι δεν μπορούσα να πάω σε μια παραλία επειδή η θέση μου ήταν στην επιχείρηση της οικογένειάς μου. Έμαθα να κάνω «αφίξεις» στα 11 για να βοηθάω τη μαμά μου, έμαθα να πουλάω κοκακόλες σε χαζοχαρούμενους Βρετανούς, έμαθα τα πάντα, όσα χρειαζόταν η οικογένειά μου.

Μετά μεγάλωσα κι άλλο. Άφησα τη ζωή μου στην Αθήνα, πήγα στο νησί μου. Φαντάσου γιατί… Γιατί όλοι δουλεύαμε και εκεί θα ήταν πιο αποδοτικό όλο αυτό. Μας εξαπάτησαν – για εύσημο το ‘χω. Δεν γίναμε κακοί άνθρωποι, δουλέψαμε περισσότερο. Πλέον τα πράγματα ήταν 50-50. Εγώ και η μάνα μου. Μέχρι τα 21 μου δούλευα όσο περισσότερο μπορούσα, γιατί αυτή ήταν η θέση μου απέναντι στην κοινωνία. Δεν παραπονέθηκα στιγμή που διάβαζα νύχτες μόνος μου, ενώ η μαμά μου γυρνούσε από τουριστική έκθεση σε τουριστική έκθεση, από χώρα σε χώρα, για το καλό πρωτίστως του τόπου της και ύστερα της επιχείρησής της - ίσως για ίδιον όφελος δεν έκανε τίποτα σημαντικό στην συνδικαλιστική της δράση).

Στα 22 μου τέλειωσα τις σπουδές μου και ξεκίνησα το όνειρό μου. Φανταστείτε λίγο τι έκανα… Δούλεψα. Η εκκίνησή μου ήταν η πιο μαγική, αλλά και η πιο απογοητευτική που θα μπορούσε. Δούλεψα με αυτούς που θαύμαζα και η κατάσταση κατάφερε να τους απομυθοποιήσουν. Όμως δεν το έβαλα κάτω, δούλευα μέχρι την τελευταία ώρα. Και αυτό, επειδή η αγορά εργασίας στην ουσία της είναι δίκαιος μηχανισμός, απέδωσε. Παράπονο δεν έχω.

Και έτσι συνεχίζω μέχρι σήμερα. Λυσσάω τις ώρες που δεν δουλεύω. Ζω μέσα από αυτό. Και στήριξα όλη μου τη φιλοσοφία στο να δουλεύω περισσότερο για να μην μπορεί κανένας να μου πει πως αυτά τα λίγα ή πολλά που απολαμβάνω τα έχω παράνομα. Τιμώ αυτούς που με πλήρωσαν, θυμάμαι αυτούς που δεν το έκαναν. Επίσης, δεν ξεχνώ ποτέ και αυτούς που δεν εκτίμησαν ποτέ την αμέριστη διάθεσή μου να δουλέψω. Με εκνευρίζει να μην το βλέπει κάποιος αυτό.

Σε λίγους μήνες γίνομαι 27. Τα τελευταία 15 χρόνια, λοιπόν, δουλεύω. Διάβαζα και δούλευα. Πήγαινα πανεπιστήμιο και δούλευα. Είχα τη δυνατότητα να βγαίνω τα βράδια, αν είχα αντοχές, επειδή δούλευα. Έκανα ταξίδια, επειδή δούλευα. Ό,τι έχω το δούλεψα.
Σαν και μένα υπάρχουν δεκάδες παιδιά στην ελληνική κοινωνία. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν τα βρήκαμε όλα έτοιμα. Μπορεί να βρήκαμε κάποια, όχι όλα όμως. Επίσης, μπορεί αυτά που βρήκαμε, να βοηθήσαμε να συνεχιστούν ή να γίνουν περισσότερα. Είναι άδικο να βρεθούμε, στην πιο παραγωγική φάση της ζωής μας, σε μια χώρα με οικονομικό, εμπορικό, πολιτιστικό και αναπτυξιακό εμπάργκο. Είναι άδικο να τιμωρηθεί ένας λαός για πράγματα για τα οποία δεν ευθύνεται. Είναι άδικο να ακυρωθούν ό,τι σπουδές έκανα – γιατί φυσικά η ενωμένη Ευρώπη είναι πολύ διαφορετική αγορά από οποιαδήποτε άλλη. Είναι άδικο να βρεθώ εκτός των ονείρων και των προσδοκιών μου.

Γεννήθηκα στην Ελλάδα. Μια ευρωπαϊκή χώρα, από το 1979. Η ΟΝΕ και το ευρώ είναι κάτι πολύ μεταγενέστερο, για το οποίο ο Έλληνας δεν ρωτήθηκε. Θα πρέπει να αναγνωρίσει επιτέλους η Ευρώπη ότι η Ελλάδα είναι μέλος της. Δεν είναι το άπορο ανιψάκι της, που δεν θα του πάρει λαμπάδα το Πάσχα. Αν βρεθούμε εκτός ΕΕ, θα είναι καταστροφή. Αν μείνουμε εντός ΕΕ, έτσι όπως το θέλουν, θα είναι επίσης μια καταστροφή.

Γιατί η Ελλάδα πρέπει να τιμωρηθεί με μια καταστροφή; Τι ακριβώς έκανε για να το πληρώσει αυτό; Δεν έκλεψε τα χρήματα που χρωστά, της δόθηκαν. Ίσα ίσα βοήθησε για να κερδηθούν εκατομμύρια ευρώ στην πλάτη της, εκατομμύρια που τώρα βρίσκονται σε ευρωπαϊκούς λογαριασμούς μακριά από τη χώρα που τα παρήγαγε επί δεκαετίες.
Δεν είμαι ειδικός, δεν είμαι καν γνώστης. Είμαι απλά ένας άνθρωπος που δεν θέλω να δω τη χώρα μου, τους συνανθρώπους μου, να ζουν με δελτία, χωρίς βασικά αγαθά, χωρίς το δικαίωμα στο ρεύμα, το νερό, τη μάθηση και την εργασία.


Μου λείπει το 2004, αλλά πλέον μου λείπει και η ελπίδα μου για το αύριο. Και αν με ρωτάτε γιατί είμαι τόσο απαιτητικός απέναντι στο αύριο, θα σας πω αυτό ακριβώς με το οποίο ξεκίνησα. Έχω δουλέψει πάρα πολύ για να με καταδικάσεις έτσι, αγαπημένη μου Ευρώπη. 

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Πιο ωραία είναι η μάχη, όταν δεν υπάρχει ελπίδα.



Και κάπως έτσι η αυλαία πέφτει. Σε λίγες μέρες ο Βαγγέλης Γιακουμάκης θα είναι μια ανάμνηση. Όπως ανάμνηση έγινε και το Norman Atlantic, τα αεροπλάνα που χάθηκαν, το ατύχημα στα Τέμπη, το «Σάμινα» και καμιά δεκαριά ακόμα εθνικά δράματα που τα ζήσαμε σε ζώνη υψηλής τηλεθέασης – εσχάτως και ευκρίνειας.

Σε μια χώρα που καταρρέει, ως λαός ζητάμε ουσιαστικά οι ξένοι να δείξουν ανοχή και συμπόνια στην κατάντια που μας έφεραν οι ίδιες μας οι επιλογές. Στη χώρα που η γλώσσα της εμπεριέχει το φιλότιμο, λέξη που δεν μεταφράζεται σε άλλη γλώσσα γιατί ίσως δεν ξέρουν τι περιγράφει, γινόμαστε θεατές εθνικών δραμάτων και μετά τα ξεχνάμε, έτσι γιατί ήρθε κάτι άλλο να μας κλονίσει. Συμπόνια πουθενά. Μόνο ενδιαφέρον μέχρι να κλείσει η οθόνη, η σελίδα, η εφημερίδα.

Στεναχωρήθηκα πολύ με το συμβάν, μα ακόμα περισσότερο στεναχωρήθηκα με εμάς. Κατάλαβα πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, κάθε οικογένεια έχει μια πληγή. Μια πληγή που διαιωνίζεται. Αν άκουγα τον πατέρα μου, θα έπρεπε να κράζω κάθε κοπέλα που είναι χοντρή ή άσχημη, γιατί δεν είναι αυτό που ο μπαμπάς του περιέγραφε ως «μουνάρα». Έτσι έμαθε κι αυτός να λέει, δεν τον παρεξηγώ. Αν άκουγα τον περίγυρο, θα έπρεπε να δείξω μηδενική ανοχή σε κάθε είδους διαφορετικότητα. Αν άκουγα τους μερικούς δασκάλους μου, δεν θα έπρεπε ποτέ να ασχοληθώ με αυτό που ονειρευόμουν.

Πολύ συνειδητά δηλώνω πως το χειρότερο bullying το δέχθηκα από μία καθηγήτρια μου, όταν πήγα να πάρω το αποδεικτικό των βαθμών μου για την εισαγωγή μου στο Πανεπιστήμιο, όταν γύρισε ειρωνικά και μου είπε ότι δεν πρόκειται να γίνω ένα καθηγητής «σαν κι αυτούς...». Ναι, αν γινόμουν καθηγητής, θα ήμουν ένας πολύ καλύτερος καθηγητής. Αν γινόμουν καθηγητής θα ήθελα να είμαι ένας άνθρωπος που θα βρισκόταν εκεί για να μοιραστεί με τα παιδιά κάποιες γνώσεις, αλλά κυρίως να τα μάθει να ζουν ελεύθερα. Με αξίες, ιδανικά, ήθη και έθιμα που αξίζει και όχι που πρέπει να μεταφέρουμε από γενιά σε γενιά.

Ναι, το παραδέχομαι. Ήμουν ένας «Βαγγέλης», που έτυχε να έχω μια μάνα που με στήριζε και δυο, τρεις φίλους που είχαν το σθένος να σταθούν δίπλα μου κάτι βράδια και πρωινά που δεν ήθελα να βγω από το σπίτι μου. Αυτή η μικρή ομάδα των 4-5 ατόμων με έκανε να συνεχίσω, μου έδωσε την ελευθερία που δεν απέκτησαν ποτέ οι άνθρωποι που με πυροβολούσαν καθημερινά, λεκτικά ή πρακτικά.

Τσατίζομαι που παιδιά σαν τον Βαγγέλη, σε κάθε μήκος και πλάτος της γης, το βάζουν κάτω. Σε καταλαβαίνω ρε φίλε, αλλά όχι, δεν το αξίζουν τα καθάρματα να τους κάνεις τη χάρη. Αλλά εδώ είναι που χρειάζονται οι οικογένειες, αλλά και οι εκπαιδευτικοί. Καταλαβαίνω γιατί το έκανες, ρε Βαγγελάκη. Σε καταλαβαίνω γιατί πέρασε και από το δικό μου το μυαλό κάποτε. Και να σου πω κάτι; Δεν ξέρω ποιος είναι ο πιο δυνατός από τους δυο μας. Εγώ, που μηδένισα τα κοντέρ, έβαλα μπροστά το όνειρο (που κάποιος η μάνα μου μου δίδαξε πως είναι πάνω από όλα) και προσπάθησα πέντε πράγματα παραπάνω, έξω από τις απαγορευμένες ζώνες; Εσύ, που είπες “δεν πάει άλλο, εγώ φεύγω από αυτόν τον κόσμο που δεν με θέλει μαζί του” και έκοψες το νήμα; Δεν ξέρω. Το σωστό είναι αυτό που έκανα εγώ, το ξέρω. Αλλά more or less, ακόμα τυραννιέμαι να αποδείξω πως δεν είμαι ελέφαντας. Κι αυτό που έκανες, θέλει δύναμη πολλή. Αλλά να ξέρεις, φίλε, πως έγινες αφορμή για κάτι μεγάλο. Έγινες αφορμή να μιλήσουν άνθρωποι σε αυτή τη χώρα και αυτό είναι κάτι που θα θυμόμαστε πάντα.

Όσο για την κοινωνία που ζω, μεγαλώνω και ίσως φέρω και ένα παιδί να ζήσει σε αυτή, στην τελική, δεν ενδιαφέρομαι. Έμαθα να σέβομαι αυτόν που νιώθω ότι έχει μια ανοιχτή αγκαλιά για τον καθένα. Έμαθα να σέβομαι τη διαφορετικότητα και εφόσον με ενοχλεί -ναι και μένα με ενοχλεί η υπερβολή της- να της δίνω χώρο να ζήσει, να αναπνεύσει και να δημιουργήσει εκεί που αισθάνεται η ίδια αποδεκτή.

Αλήθεια, πόσες φορές σκεφτήκατε να δείξετε αποδοχή στον διπλανό σας για αυτό που είναι; Δεν μιλάω ούτε για σεξουαλικές συμπεριφορές, ούτε για ακρότητες. Μιλάω για τα χαρακτηριστικά αυτά, του καλύτερού σας φίλου, που δεν δεχθήκατε ποτέ. Ξέρω καλά κατά πόσο με αποδέχονται ακόμα και οι στενότεροι μου φίλοι. Και το ζυγίζω μέσα μου, πιστέψτε με.

Όσο για εσάς, φιλαράκια, που προσπαθείτε να νικήσετε το τέρας, μια λύση υπάρχει. Ανακωχή. Όσο φυσάει, η πυρκαγιά θεριεύει. Όσο απαντάς, το κακό μεγαλώνει. Βλέπουν ότι μασάς και στο κάνουν χειρότερο. Μη μασάς. Ζήσε εσύ, όπως θες. Την κάθε σου μέρα. Αν είναι να κλείσεις την πόρτα σου, πίστεψέ με υπάρχουν διέξοδοι. Δες τηλεόραση, άκου μουσική, μίλα στον υπολογιστή, διάβασε βιβλία, ασχολήσου με ένα άθλημα αφού εξακριβώσεις πως δεν είσαι έρμαιο του κινδύνου που σε κατατρέχει. Γενικά, αν ο δρόμος που μπήκες είναι ή στον έκαναν προβληματικό, πίστεψέ με υπάρχει κι άλλο δρομάκι. Ίσως δεν είναι εθνική οδός, αλλά θα σε πάει κάπου. Μακριά από το πρόβλημα.

Και αγαπημένη μου κοινωνία, άντε και γαμήσου για το τι θα πεις. Εγώ είμαι εδώ, ακόμα εδώ. Ψάχνω έναν άνθρωπο να βρω. Και θα τον βρω. Όπως πίστεψε πως θα γλιτώσω από τα άσχημα, θα καταφέρω να φέρω κοντά μου και τα πιο ωραία. Γιατί η ζωή είναι δρόμος και εγώ οδηγός.




Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Το τέρας στο τέλος του πύργου

Υπάρχουν κάποια παιδιά που στη ζωή τους αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Ας το παραδεχτούμε, δεν είναι και τόσο τυχερά. Το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη η ψυχή τους δεν έχει την ίδια σκληράδα με κάποια άλλα παιδιά. Μπορεί το μεγαλείο της ψυχής τους να είναι δεκάδες φορές μεγαλύτερο, οι αντοχές τους, όμως, είναι περιορισμένες.

Υπάρχουν παιδιά που φοβούνται να πάνε στο σχολείο το πρωί, όχι επειδή δεν έχουν διαβάσει καλά τη «μετάφραση» στα Αρχαία, αλλά επειδή φοβούνται αυτόν που είδαν στην πόρτα του σχολείου τους. Υπάρχουν παιδιά που δεν ήξεραν πώς και αν θα πάνε πενθήμερη στο Λύκειο, επειδή ήξεραν καλά ότι οι όποιοι φίλοι είχαν δεν ήταν αρκετοί ώστε να βγουν μπροστά και να πουν πως τα θέλουν στο δωμάτιό τους κατά τη διάρκεια της εκδρομής. Υπάρχουν παιδιά που μπαίνοντας στην τάξη δεν ξέρουν ποιους απολίτιστους μπορεί να συναντήσουν δίπλα στην πόρτα και τι βρωμιές θα ακούσουν για την ύπαρξή τους.

Υπάρχουν παιδιά που λίγο έλειψαν να το βάλουν οριστικά κάτω και να μην αγωνιστούν για τίποτα από όλα όσα ονειρεύτηκαν, επειδή κάποιοι αμόρφωτοι άνθρωποι τους είπαν «πρέπει να φύγεις από εδώ» θεωρώντας μια μικρή πόλη της επαρχίας το γκέτο που τους κληρονόμησε ο μπαμπάς ή ο τραμπούκος θείος τους. Υπάρχουν παιδιά που έσφιξαν τα δόντια τους για να μην ξεσπάσουν σε λυγμούς, ακούγοντας δεκάδες προσβολές κατά τη διάρκεια πολλών, πολλών ημερών, μπροστά στους φίλους τους. Υπάρχουν παιδιά που έφτασαν στα άκρα.

Αυτά τα παιδιά ήταν που έβρισκαν διέξοδο στο γράψιμο ή τη μουσική. Αυτά τα παιδιά κλείστηκαν αρκετά βράδια στο δωμάτιό τους με τον σκύλο τους, μιλώντας του θεωρώντας πως ήταν ο μόνος φίλος τους. Αυτά τα παιδιά δεν ήθελαν να πάνε στα ιδιαίτερα μαθήματά τους, που ήξεραν πολύ καλά πως θα διέπρεπαν αν πήγαιναν, απλά επειδή ένιωθαν τόσο κουρασμένα από το πρωί στο σχολείο. Αυτά τα παιδιά έψαχναν σωσίβια σε παρέες- λύσεις ανάγκης για χρόνια μέχρι να βρεθεί ένας άνθρωπος να τα καταλάβει πραγματικά.

Αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν και πείσμωσαν να τα καταφέρουν. Πολλά από αυτά τα κατάφεραν. Είτε βρέθηκαν πάνω στη σκηνή των βραβείων Όσκαρ, είτε σε ένα γραφείο προσπαθώντας να μεταδώσουν τη γνώση και τη γνώμη τους σε άλλα άτομα. Αυτά τα παιδιά σήμερα θεωρούνται άξια παιδιά των γονιών τους – τι κι αν τότε πολλοί από αυτούς αδιαφορούσαν για το τι περνούσαν. Αυτά τα παιδιά δεν έφταιξαν σε τίποτα γιατί το μυαλό τους δεν έτρεχε πίσω από μια μπάλα ποδοσφαίρου, όπως όλων των υπολοίπων. Αυτά τα παιδιά ξέρουν τι πάει να ΠΡΟΣΠΑΘΩ, ΕΛΠΙΖΩ, ΔΟΥΛΕΥΩ, ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ.

Ευτυχώς αυτά τα παιδιά κάποια μέρα βρίσκουν φίλους πραγματικούς. Κάποια μέρα βρίσκουν ανθρώπους να τα αγαπήσουν για αυτό που πραγματικά κρύβουν στη ψυχή τους. Κάποια μέρα ακούν τη μουσική που τους αρέσει χωρίς φόβο και πάθος. Κάποια μέρα δεν κλείνονται στο δωμάτιό τους για να αποφύγουν τα αδιάκριτα βλέμματα.

Δυστυχώς αυτά τα παιδιά εξακολουθούν και ως μεγάλοι να φοβούνται ποιος θα βρεθεί στον δρόμο τους στην επόμενη γωνία. Αυτά τα παιδιά εξακολουθούν να φοβούνται μην πληγωθούν. Αυτά τα παιδιά εξακολουθούν να κλαίνε τα βράδια, γλύφοντας τις πληγές τους που ακόμα πονάνε και ας μην είναι ανοιχτές.

Ένα από αυτά τα παιδιά είμαι κι εγώ. Και δεν ντρέπομαι. Για τον δρόμο που διένυσα. Για αυτά που πέρασα. Για αυτά που κατάφερα.


Ο σχολικός εκφοβισμός, η βίαιη συμπεριφορά και το bullying είναι έγκλημα κατά της ψυχής ανυπεράσπιστων παιδιών και πρέπει να διώκεται όσο και ένα έγκλημα εναντίον ενός ενήλικα. Βοηθήστε όλοι ώστε κάθε χρόνο ολοένα και λιγότερα παιδιά να κλαίνε μόνα στο δωμάτιό τους για όσα αντιμετωπίζουν.   

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Μαθαίνοντας το «όχι» στην αγάπη

Ας κάνουμε μια συμφωνία. Εγώ θα μοιραστώ μαζί σας κάποια πράγματα και θέλω να κάνετε πως δεν έχετε επιχειρήματα που θα προσπαθήσουν να καταρρίψουν τις θεωρίες μου. Θα σας πω στο τέλος γιατί το ζητάω αυτό.

Οι άνθρωποι, ας το παραδεχτούμε, είναι σκληροί. Δεν ακούν, δεν δίνουν ευκαιρίες, μόνο βλέπουν. Το χειρότερο είναι ότι δεν βλέπουν σε βάθος, δεν κάνουν καν προσπάθεια να ανάψουν αναπτήρα στο σκοτάδι. Βλέπουν ό,τι η φύση τους επιτρέπει. Παθητικά, σχεδόν άβουλα. Η επιφάνεια είναι το αγαπημένο τους. Γι’ αυτό και η κοινωνία μας έκανε να καλλιεργούμε όχι το μέσα μας, αλλά την επιφάνεια. Καθόλου τυχαία, άλλωστε, το «γαλλικά και πιάνο» των 60s αντικαταστάθηκε με το «Κονέ στα πριβέ και personal training» των 00s.

Η επιφάνεια αυτή μας έκανε ξύλινους, σκληρούς, απαιτητικούς. Δεν κάνουμε καμία προσπάθεια να δώσουμε ευκαιρίες στους γύρω μας. Δεν είμαστε σε διάθεση να ακούσουμε τίποτα. Θεωρήσαμε όμως ότι οι άλλοι είναι υποχρεωμένοι να μας αποδεχτούν. Για αυτό που είμαστε, γι’ αυτό το τέλειο που χτίζουμε και τελικά φτιάχνουμε ένα καράβι που μπάζει από παντού.

Δεν ήθελα να γίνω έτσι. Προσπαθώ να μην μοιάζω σε αυτό που μισώ. Κάνω τον αγώνα μου να μένω μακριά από αυτό το πάρε- δώσε ψυχών και αναγκών. Δεν το κατακρίνω, απλά δεν μπορώ να το παρακολουθήσω. Ωστόσο, πού και πού, το απολαμβάνω, γιατί μπορεί η ψυχή να μην δίνεται, αλλά η ανάγκη υφίσταται. Τώρα αν μετά αισθάνομαι λερωμένος, είναι ψιλά γράμματα στην όλη ιστορία και σίγουρα περισσότερο προσωπικό.

Με αυτά και με αυτά, έμαθα κι εγώ να μένω απόμακρος. Για να μείνεις μακριά από το ποτάμι το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να μην είσαι πολύ επιρρεπής στο νερό. Αν δεν βουτήξεις, πώς γίνεται να φοβάσαι μη σε παρασύρει κάτι; Έτσι, λοιπόν, μαθαίνεις να λες «όχι». Όχι στην ανάγκη, όχι στη ζήτηση, όχι και στην προσφορά.  

Και κάπως έτσι, κλείνεσαι. Μαθαίνεις να λες «όχι» στη χαρά, στην απόλαυση. Μαθαίνεις κατά συνέπεια να λες «όχι» στην αγάπη. Ακόμα και αν η χαρά σε πλησιάζει, εσύ μπορείς να σκεφτείς τις υποχρεώσεις σου, τις πληγές σου, τα θέλω σου (που όσο πάει και αυξάνονται). Και στο τέλος μένεις εκεί, στην άκρη της ζωής, να λες «κοίτα πώς ζουν» οι άλλοι, αυτοί που παρακολουθείς να ζουν. Με τον τρόπο τους.

Δεν μου αρέσει να λέω «όχι» στην αγάπη. Αλλά λέω. Γιατί πρέπει κάπως και εγώ να συνεχίσω, να προφυλαχτώ, να εξασφαλίσω την ηρεμία μου. Έτσι είναι τα πράγματα…  


Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

I Am What I Am

Επειδή τελευταία ακούω διάφορα, απόψε είπα να σας γράψω λίγο ένα manual για μένα. Και καταρχήν να σας τονίσω πως αυτό το κείμενο θέλω να το έχετε σαν Βίβλο χειρισμού μου. Να το συμβουλεύεστε πριν μου μιλήσετε ή αφού σας πω κάτι που δεν χωράει ο νους σας. Να θυμάστε πάντα πως αν ήμουν ρόλος θα ήμουν η Βίβιαν από το «Κάτω Παρτάλι» και κάπως έτσι θα ήθελα να με αντιμετωπίζετε. Πάμε τώρα στο προκείμενο. 

Όπως ξέρετε όσοι με διαβάζετε ή μια μαύρη μοίρα σας έκανε να με γνωρίσετε, εγώ ταπεινό πλάσμα δεν είμαι. Πέρα από ταπεινό πλάσμα, δεν είμαι και ένα πράο, καλόβολο, συνεργάσιμο πρόσωπο. Είμαι ένας άνθρωπος που αν τον είχες συνεργάτη ή θα τον λάτρευες ή θα τον θεωρούσες UFO εργατικό, που για κάποιο λόγο μέσα στο καπιταλιστικό σκηνικό που μεγάλωσε αποφάσισε να δουλέψει στα media για να μη βλέπει Μενεγάκη σπίτι του, χωρίς να πληρώνεται για αυτό. Εντάξει, πολύ άδικο δεν έχετε όσοι ισχυρίζεστε το δεύτερο.

Κάποια στιγμή, ίσως, κάποιοι από εσάς μπερδεύτηκαν. Μάλλον επειδή νομίζετε πως δηλώνω δημοσιογράφος. Δεδομένου ότι ακόμα γράφω όμορφες εκθέσεις όπως στο Λύκειο, θεωρείτε πως έχω όλα αυτά τα καλά -και συνήθως αριστερίζοντα- που εμπεριέχει ένας νεαρός δημοσιογράφος στις μέρες μας. Ούτε καν! Αντίθετα, μεγαλώνοντας ήρθα ακόμα πιο κοντά στα πρόσωπα που χάζευα στις αφίσες που είχα μικρός στο δωμάτιό μου (και σου μιλάω για πληθώρα αξιόλογων προσωπικοτήτων, στις οποίες συγκαταλέγονται η Δέσποινα Βανδή, ο Νίνο, η Καλομοίρα και όλοι διαπιστευμένοι φιλόσοφοι της ζωής). Και επειδή εγώ δημοσιογράφος δεν είμαι γιατί ούτε ρεπορτάζ κάνω, ούτε πολλά από αυτά που άλλοι καταξιωμένοι άνθρωποι γνωρίζουν σε βάθος, αποφάσισα να δηλώνω κοσμικογράφος. Γιατί; Νομίζω ότι μου ταιριάζει βασικά, άσε που το έλεγε με πολύ σικ τρόπο παλιότερα η Χριστίνα Πολίτη και ζήλεψα.

Συγγνώμη που σας το χαλάω, αδέρφια μου ξενιτεμένα, αλλά εγώ είμαι απλά ο Κωνσταντίνος. Αυτό το παιδί που μεγάλωσε στο Χαλάνδρι, έκοβε βόλτες με τη μαμά του στην Κηφισιά, πήγε κι έμεινε ένα φεγγάρι στην Κεφαλονιά κι ερχόταν στην Αθήνα για διήμερο ώστε να πάει σε κάνα μπουζούκι και να δει επί πίστας τη Δέσποινα Βανδή και τη Μάρω Λύτρα. Μετά έμεινε στη Βάρκιζα ώστε να σπουδάσει απροβλημάτιστα μένοντας κάπου που θα του έφτιαχνε όμορφο φόντο και μετά από διάφορα σκαμπανεβάσματα του τύπου «πού θα πηγαίνουμε για καφέ, αφού κάηκε το Rich;» κατέληξε να μένει στην Κηφισιά, επειδή βαριόταν να οδηγεί πολύ ώρα κάθε μέρα ώστε να πάει στη φαντεζί δουλειά που βρήκε να κάνει.

Με τα χρόνια κι εγώ ψήθηκα και πίστεψα πως μπορώ να το παίξω δημοσιογράφος. Όχι όμως. Η wannabe κοσμικιά που κρύβω μέσα μου ξεπηδά ξανά και ξανά και μου θυμίζει πώς έχω ονειρευτεί να ζω και με τι έχω ταχθεί να ασχολούμαι. Λοιπόν, συγγνώμη και πάλι που σας το χαλάω, αλλά δεν είμαι αυτό που νομίζετε. Είμαι ένας ευχάριστος τύπος για τους φίλους του, που λέει ωραίες ατάκες και είναι κατσικωμένος στο σύννεφο που έφτιαξε ο ίδιος και δεν θέλει να κατέβει από αυτό. Οι εποχές αλλάζουν, το καταλαβαίνω. Και εγώ δεν πρέπει να είμαι ακόμα το 16χρονο που πήγαινε στη Μάρω Λύτρα για να ακούσει live το «Υπάρχει Άλλη». Έλα όμως που εγώ είμαι αυτός, απλά 10 χρόνια αργότερα.

Και δεν θα κρυφτώ, θα απολογηθώ. Συγγνώμη που δεν είμαι όλα αυτά που κάποιοι φίλοι ή γνωστοί νόμισαν πως θα γίνω. Δεν μπορώ να γίνω πιο άνετος με το εγώ μου ή τουλάχιστον δεν θέλω. Δεν μπορώ να απαλλαγώ από την τεράστια φωτογραφία- εξώφυλλο της Δέσποινας Βανδή που φιγουράρει πάνω από το κρεβάτι μου. Δεν μπορώ να πω «όχι» σε ένα πρωινό στο Winter Garden του GB, γιατί πολύ απλά είναι ωραίο το πρωινό της Μεγάλης Βρετανίας. Δεν μπορώ και κυρίως δεν θέλω να γίνουν στη ζωή μου πολλά.

Σε γενικότερο πλαίσιο δεν θέλω να πω «όχι» σε αυτό που έχτισα για μένα. Και το έχτισα με κόπο. Διάβασα, σπούδασα, δούλεψα, πληρώθηκα, δεν πληρώθηκα, ξενύχτησα, δεν έριξα τη δουλειά που μου ανατέθηκε σε κανέναν άλλο, έδωσα ευκαιρίες όπου μπορούσα, υποβίβασα την προσωπική μου ζωή σε αστείο βαθμό για να δουλεύω πάνω σε αυτό που μου αρέσει, ανέχθηκα ιδιοτροπίες από αποτυχημένες τηλεπερσόνες που νόμιζαν πως έγιναν στιγμιαία ο Σεραφείμ Φυντανίδης, ανέχθηκα ιδιοτροπίες ανθρώπων που με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο βρέθηκαν να μου λένε «καλημέρα» σε καθημερινή βάση και πολλά άλλα για τα οποία είναι η μόνη φορά γράφω. Και η τελευταία. Γιατί συνήθως ό,τι κακό μου συμβαίνει, μετά το ξεχνάω. Και γελάω με την ανάμνησή του. Ή γελάω με την κατάντια του ατόμου που προκάλεσε το κακό σε μένα. Γενικά εγώ μετά γελάω. Δες το σαν κουσούρι.

Μέσα σε όλο αυτό, βέβαια, κάπου κατάλαβα ότι δεν αξίζει να ανέχομαι τόσα πολλά. Ναι, στα κείμενά μου δεν μπορώ να κράξω αυτές τις κοπέλες με τις οποίες θα έκανα παρέα. Το παραδέχομαι, παιδιά. Θα τις έκανα παρέα. Γιατί; Έλα μου ντε; Εγώ όμως έτσι έμαθα και δεν θέλω να αλλάξω. Και όχι, ειλικρινά το λέω κι αυτό, τη ζωή μου δεν θα τη ζήσω με τις ενοχές που τη ζουν πολλά πρόσωπα που γνωρίζω. Όπως έχω γράψει παλιότερα, από χαϊλίκι κανείς δεν πέθανε. Και αυτό είναι που γουστάρω σε αυτή τη δουλειά, ότι σου δίνει μια πρόσβαση σε ένα χαϊλίκι που άλλοι προσπαθούν μια ζωή να δημιουργήσουν, ενώ εσύ το έχεις μέσα σου, από μόνος σου, πίνοντας καφέ στην κουζίνα του σπιτιού σου. Άμα το ‘χεις μέσα σου, λοιπόν, δεν έχεις ενοχές για αυτό. Και με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, αρχίζω να πιστεύω ότι έχω ένα αστεράκι μέσα μου, που αστράφτει όλο κ πιο δυνατά όταν θυμάμαι την Αλίκη ή τη Δέσποινα. Ή την Ελένη σε πολύ πολύ διαφορετική βάση. Εμπνέομαι από τη λάμψη τους και πεισμώνω να τις φτάσω. Όχι στην καταξίωση, ούτε στα λεφτά, αλλά στο σταριλίκι. Για μένα, για την καθημερινότητά μου, για τη στιγμή που παίρνω έναν καφέ και δέχομαι ένα χαμόγελο που ξέρω ότι με αφορά και μου αφιερώνεται επειδή είμαι διαφορετικός από κάποιους άλλους.

Όχι, δεν είμαι αστείος. Και κυρίως δεν είμαι ευχάριστος σε όλους. Επίσης, δεν είμαι φιλικός με όλους. Δεν με αφορούσε ποτέ να γίνω το παιδί Coca Cola. Δεν ταιριάζω με πολλούς, το ξέρω. Όμως ενδιαφέρω πολλούς, ώστε να με σχολιάζουν, να καταπιάνονται μαζί μου, να διαφωνούν έντονα, ίσως και να ζηλεύουν. Κι εγώ τους ζηλεύω για κάποια πράγματα. Που συμβιβάζονται με τη μετριότητα και ζουν ευτυχισμένη μέσα σε αυτή. Που έχουν μια σχέση από τα 20 μέχρι τα 120 και νοιάζονται για αυτήν. Για διάφορα τους ζηλεύω, που επειδή πιστεύω ότι δεν θα άντεχα, δεν προσπαθώ να κάνω κάτι κιόλας για αυτά. Ευτυχώς, τον τελευταίο καιρό, τα ξαναβρήκα με τον εαυτό μου και αρχίζω και γελάω και πάλι με όλα αυτά. Με τις κριτικές, τις κατινιές, τα μισόλογα και τις μπηχτές.

Αν νομίζετε πως αυτό που ζω είναι εύκολο γελιέστε. Και να σου πω και κάτι, φίλε αναγνώστη; Γράφ’ τα όλα και ζήσε αυτό που θέλησες. Τότε, μικρός, που έφτιαχνες το μέλλον σου, χωρίς κοινωνικές συμβάσεις. Εγώ αυτά θυμάμαι τώρα τελευταία και χαίρομαι. Πραγματικά χαίρομαι, που παραμένω ένα 16χρονο με φιλόδοξα όνειρα, χωρίς να ντρέπεται για αυτά. Και για αυτά τα όνειρα δεν ζητάω ποτέ συγγνώμη. Θα προσπαθώ, μέχρι την τελευταία μου στιγμή, να πραγματοποιήσω ακόμα ένα και ακόμα ένα και ακόμα ένα.

Αν όλα τα παραπάνω τα βρίσκεις μια παλαβά, είμαστε σε καλό δρόμο. Ποιος σου είπε πως δεν είμαι αρκετά τρελός για επιλέξω να το ζήσω όλο αυτό;

Υ.Γ. Ένα «ευχαριστώ» σε όλα τα πρόσωπα που χαίρονται που οι δρόμοι μας συναντήθηκαν για λίγο, για πολύ ή για πολύ περισσότερο. Όλοι εσείς, κάνετε τη ζωή μου ομορφότερη. Γιατί είτε ομορφύνατε το χθες μου, είτε απαρτίζετε το παρόν μου ή με τον τρόπο σας με κάνετε να δημιουργώ καλύτερα σχέδια για το μέλλον μου.