Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Δεν είναι ο κόσμος μου αυτός

Γεννήθηκα στην πιο «αναπτυσσόμενη» εποχή της Ελλάδας, στα τέλη του 1988. Τότε, η Ελλάδα προσπαθούσε να γίνει Ευρώπη. Ο Έλληνας ποτέ δεν έγινε, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση.

Θυμάμαι να ακούω τον πατέρα μου να λέει πως το 1988 θα μπορούσε η οικογένειά μου να χτίσει το ξενοδοχείο της με τίποτα «γιατί τότε υπήρχαν τα ΜΟΠ». Δεν το έκανε, γιατί ο παππούς μου ήταν ένας κλασικός Έλληνας επιχειρηματίας που δεν άκουγε. Δεν βαριέσαι, να ‘ναι καλά και για αυτά που έκανε.

Παράλληλα, ο πατέρας μου δούλευε μερόνυχτα σε πολυεθνικές του ’90 για να γίνει αυτό που είναι, ενώ η μητέρα μου από το 1990 ανέλαβε μια επιχείρηση που της δόθηκε με «απευθείας ανάθεση», χωρίς να το ζητήσει η ίδια. Όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Για πάνω από 20 χρόνια. Γιατί; Επειδή δουλεύανε όλοι.

Στο μεταξύ εγώ παρακολουθούσα τα πρότυπα. Βοηθούσα όπου μπορούσα. Θυμάμαι να κοιμάμαι στα γκρι 70s δέρματα μιας Μερσεντές του ’71, μέχρι η μαμά μου (περίπου 25 ετών τότε) να μιλήσει με ένα κάρο απατεωνίσκους που έχτιζαν την επιχείρησή της. Θυμάμαι και τον μπαμπά μου να με αφήνει σε μια σουίτα ξενοδοχείου, ενώ εγώ φοβόμουν να μείνω μόνος μου στα 5 μου, για να κατέβει δυο ορόφους πιο κάτω, επειδή βράδυ Πρωτοχρονιάς έβγαζε αποτελέσματα της χρονιάς. Ποτέ δεν παραπονέθηκα που όλοι στην οικογένειά μου δούλευαν τόσο.

Μεγάλωσα και ξεκίνησα να δουλεύω κι εγώ μαζί τους. Από τα 11 μου, κάθε καλοκαίρι μου το έφαγα δουλεύοντας. Κάθε χρονιά δεν πήγαινα διακοπές, κάθε μεσημέρι δεν μπορούσα να πάω σε μια παραλία επειδή η θέση μου ήταν στην επιχείρηση της οικογένειάς μου. Έμαθα να κάνω «αφίξεις» στα 11 για να βοηθάω τη μαμά μου, έμαθα να πουλάω κοκακόλες σε χαζοχαρούμενους Βρετανούς, έμαθα τα πάντα, όσα χρειαζόταν η οικογένειά μου.

Μετά μεγάλωσα κι άλλο. Άφησα τη ζωή μου στην Αθήνα, πήγα στο νησί μου. Φαντάσου γιατί… Γιατί όλοι δουλεύαμε και εκεί θα ήταν πιο αποδοτικό όλο αυτό. Μας εξαπάτησαν – για εύσημο το ‘χω. Δεν γίναμε κακοί άνθρωποι, δουλέψαμε περισσότερο. Πλέον τα πράγματα ήταν 50-50. Εγώ και η μάνα μου. Μέχρι τα 21 μου δούλευα όσο περισσότερο μπορούσα, γιατί αυτή ήταν η θέση μου απέναντι στην κοινωνία. Δεν παραπονέθηκα στιγμή που διάβαζα νύχτες μόνος μου, ενώ η μαμά μου γυρνούσε από τουριστική έκθεση σε τουριστική έκθεση, από χώρα σε χώρα, για το καλό πρωτίστως του τόπου της και ύστερα της επιχείρησής της - ίσως για ίδιον όφελος δεν έκανε τίποτα σημαντικό στην συνδικαλιστική της δράση).

Στα 22 μου τέλειωσα τις σπουδές μου και ξεκίνησα το όνειρό μου. Φανταστείτε λίγο τι έκανα… Δούλεψα. Η εκκίνησή μου ήταν η πιο μαγική, αλλά και η πιο απογοητευτική που θα μπορούσε. Δούλεψα με αυτούς που θαύμαζα και η κατάσταση κατάφερε να τους απομυθοποιήσουν. Όμως δεν το έβαλα κάτω, δούλευα μέχρι την τελευταία ώρα. Και αυτό, επειδή η αγορά εργασίας στην ουσία της είναι δίκαιος μηχανισμός, απέδωσε. Παράπονο δεν έχω.

Και έτσι συνεχίζω μέχρι σήμερα. Λυσσάω τις ώρες που δεν δουλεύω. Ζω μέσα από αυτό. Και στήριξα όλη μου τη φιλοσοφία στο να δουλεύω περισσότερο για να μην μπορεί κανένας να μου πει πως αυτά τα λίγα ή πολλά που απολαμβάνω τα έχω παράνομα. Τιμώ αυτούς που με πλήρωσαν, θυμάμαι αυτούς που δεν το έκαναν. Επίσης, δεν ξεχνώ ποτέ και αυτούς που δεν εκτίμησαν ποτέ την αμέριστη διάθεσή μου να δουλέψω. Με εκνευρίζει να μην το βλέπει κάποιος αυτό.

Σε λίγους μήνες γίνομαι 27. Τα τελευταία 15 χρόνια, λοιπόν, δουλεύω. Διάβαζα και δούλευα. Πήγαινα πανεπιστήμιο και δούλευα. Είχα τη δυνατότητα να βγαίνω τα βράδια, αν είχα αντοχές, επειδή δούλευα. Έκανα ταξίδια, επειδή δούλευα. Ό,τι έχω το δούλεψα.
Σαν και μένα υπάρχουν δεκάδες παιδιά στην ελληνική κοινωνία. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν τα βρήκαμε όλα έτοιμα. Μπορεί να βρήκαμε κάποια, όχι όλα όμως. Επίσης, μπορεί αυτά που βρήκαμε, να βοηθήσαμε να συνεχιστούν ή να γίνουν περισσότερα. Είναι άδικο να βρεθούμε, στην πιο παραγωγική φάση της ζωής μας, σε μια χώρα με οικονομικό, εμπορικό, πολιτιστικό και αναπτυξιακό εμπάργκο. Είναι άδικο να τιμωρηθεί ένας λαός για πράγματα για τα οποία δεν ευθύνεται. Είναι άδικο να ακυρωθούν ό,τι σπουδές έκανα – γιατί φυσικά η ενωμένη Ευρώπη είναι πολύ διαφορετική αγορά από οποιαδήποτε άλλη. Είναι άδικο να βρεθώ εκτός των ονείρων και των προσδοκιών μου.

Γεννήθηκα στην Ελλάδα. Μια ευρωπαϊκή χώρα, από το 1979. Η ΟΝΕ και το ευρώ είναι κάτι πολύ μεταγενέστερο, για το οποίο ο Έλληνας δεν ρωτήθηκε. Θα πρέπει να αναγνωρίσει επιτέλους η Ευρώπη ότι η Ελλάδα είναι μέλος της. Δεν είναι το άπορο ανιψάκι της, που δεν θα του πάρει λαμπάδα το Πάσχα. Αν βρεθούμε εκτός ΕΕ, θα είναι καταστροφή. Αν μείνουμε εντός ΕΕ, έτσι όπως το θέλουν, θα είναι επίσης μια καταστροφή.

Γιατί η Ελλάδα πρέπει να τιμωρηθεί με μια καταστροφή; Τι ακριβώς έκανε για να το πληρώσει αυτό; Δεν έκλεψε τα χρήματα που χρωστά, της δόθηκαν. Ίσα ίσα βοήθησε για να κερδηθούν εκατομμύρια ευρώ στην πλάτη της, εκατομμύρια που τώρα βρίσκονται σε ευρωπαϊκούς λογαριασμούς μακριά από τη χώρα που τα παρήγαγε επί δεκαετίες.
Δεν είμαι ειδικός, δεν είμαι καν γνώστης. Είμαι απλά ένας άνθρωπος που δεν θέλω να δω τη χώρα μου, τους συνανθρώπους μου, να ζουν με δελτία, χωρίς βασικά αγαθά, χωρίς το δικαίωμα στο ρεύμα, το νερό, τη μάθηση και την εργασία.


Μου λείπει το 2004, αλλά πλέον μου λείπει και η ελπίδα μου για το αύριο. Και αν με ρωτάτε γιατί είμαι τόσο απαιτητικός απέναντι στο αύριο, θα σας πω αυτό ακριβώς με το οποίο ξεκίνησα. Έχω δουλέψει πάρα πολύ για να με καταδικάσεις έτσι, αγαπημένη μου Ευρώπη.