Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Δίπλα στο τικ τακ του ρολογιού


«Μεγαλώνω και ξεχνώ μόνο τους κακούς ανθρώπους, αυτούς που μιλούσαν με βρισιές γιατί ποτέ δεν μάθαν τρόπους»

Η φάση που περνάω είναι ακριβώς αυτή που περιγράφουν οι παραπάνω στίχοι. Μπορεί το τραγούδι να με καλεί να γυρίσω στα παλιά, μα εγώ χαμογελώ και προχωράω. Έτσι είναι φίλοι μου, η ζωή δεν γυρίζει ποτέ πίσω. Ακόμα και αν θες να δεις κάτι στο παρελθόν, να το καταλάβεις, να το κατανοήσεις, να το δικαιολογήσεις, πας σαν τον σολομό κόντρα στο ρεύμα του νερού – πρέπει να γνωρίζεις πάντα που πάει το ρεύμα και προς τα πού πας εσύ.

Η αλήθεια είναι πως τα χρόνια περνούν, εκεί που θυμάσαι να είσαι 17, 18, 19… ξυπνάς ένα πρωί και λες πως σε 3 μήνες αγγίζεις τα 25. Πραγματικά, 25! Μεγάλη αλλαγή, τεράστια θα έλεγα. Εγώ 25; Εγώ που ακόμα και τώρα βλέπω 25άρηδες και λέω μέσα μου «ώπα το παιδί είναι μεγάλο». Αστείο ε; Οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια κυλούν ασταμάτητα και εγώ παραμένω το ίδιο ονειροπόλο παιδάκι. Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν είναι αποτέλεσμα μιας ανώτερης συμφωνίας να μου κάνει πάντα η μπλούζα με τον Donald που αγόρασα από την Eurodisney το καλοκαίρι που θα πήγαινα 5η δημοτικού – ήμουν 10 ετών, 15 χρόνια πριν…


Η αλήθεια είναι πως όσα μούσια και αν έβγαλα εγώ ακόμα ψάχνω ένα παραμύθι να ζήσω. Η ζωή μου θέλω να είναι ένα μικρό προπύργιο στο οποίο εγώ θα είμαι ο αυτοκράτορας. Με ό,τι και αν σημαίνει αυτό, με όσα μυστικά κρύβει ένα παλάτι. Αυλικούς ποτέ δεν ήθελα, υποστηρικτές όμως… ευχαρίστως. Μια ζωή το απέδιδα σε μια ανασφάλεια νομίζω, τώρα πια όμως όχι.

Είναι οι στιγμές που καταλαβαίνεις ότι αξίζεις, για κάτι μικρό ή μεγάλο. Όταν άκουσα το «εγώ ήθελα εσένα για αυτό» από τον άνθρωπο που θαυμάζω περισσότερο μέσα στον περίγυρό μου. Ωραίες στιγμές και ας μην τις ευνοούν οι συνθήκες. Όπως και να έχει, ο χρόνος περνάει και αυτό που μένει είναι στιγμές, χαμόγελα, αστεία, κουβεντούλες… κουμ κουάτ.

Και κάτι ακόμα… ίσως να έκανα ένα παράτολμο όνειρο και να πίστεψα για μια στιγμή πως υπήρχε περίπτωση να καταφέρω όσα δεν κατάφερα πριν από 3 – 4 χρόνια που όλα ξεκίνησαν. After all το μόνο που μου μένει είναι ένα χαμόγελο για την ευγένεια, την αξιοπρέπεια, το χιούμορ και ίσως την καταδεκτικότητα που εξέλαβα κατά τη διάρκεια αυτής της μικρής μα πολύ ρομαντικής παρεξήγησης. Δεν με έδιωξες, δεν με βρήκες και ποτέ. Όπως και να είχε άξιζε.

Από εδώ και πέρα, η ζωή σου ανάβει φώτα μόνο όταν πέφτει σκοτάδι. Ευτυχώς αυτό το σκοτάδι δεν διήρκησε και πολύ. Βασικά, δεν το κατάλαβα καν. Ήταν σαν να χαμήλωσαν τα φώτα, διπλοκλείδωσε η πόρτα και εμείς τραγουδήσαμε ένα ρεφρενάκι του «Όλα ένα ψέμα, ένα τέρμα, μια πόλη δίχως ρεύμα». Και πάλι σβήνει το φως, το πάρτυ δεν σταματά, η μουσική παίρνει μπρος, δεύτερη μέρα χαμός.

Δεν ξέρω αν το πάρτυ μου ταιριάζει, αλλά σίγουρα ταιριάζω εγώ σε αυτό. Να είμαι εκεί να χαμογελάω σε μιαν άκρη και να καταλαβαίνω πόσο διαφορετικός είμαι. Καλό μου κάνει η «αλητεία» αυτή. Μπορείς απλά να χαμογελάσεις και ένα πρωί να πάρεις το αμάξι σου και να τραγουδήσεις «ένας μάγκας ήλιος μου γελά».

Από την άλλη, αν νόμισες έστω για μια στιγμή πως το θέμα μου είναι γεμίσω την αριστερή πλευρά του κρεβατιού μου, σου λέω ξεκάθαρα πως έκανες λάθος. Αυτή τη γαμημένη καρέκλα του συνοδηγού στο Smart προσπαθώ να γεμίσω τόσο καιρό και να μπορέσω ένα πρωί να σου δώσω τα κλειδιά και να είμαι σίγουρος πως εκεί που θα με πας θα είναι σίγουρα τόσο ωραία όσο εκεί που θα πήγαινα και μόνος μου.

Μέχρι τότε χαμογελώ και προχωράω. Λάθη πολλά έκανα. Κι όμως, ήταν κι αυτά δικός μου δρόμος. Είμαι εδώ και τα κοιτάω. Χαμογελώ και προχωράω.