Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Πήγαινε να δεις αν έρχομαι


Σήμερα είμαι θυμωμένος. Όχι δεν έπαθα ή δεν μου έκαναν κάτι – ή μάλλον μου έκαναν, αλλά είναι αδόκιμο να σας το πω. Εντάξει, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ας συμφωνήσουμε σε κάτι εξ’ αρχής: σαν άνθρωπος δεν είμαι ο μέσος. Δεν είμαι έτσι μεγαλωμένος, δεν γαλούχησα το είναι μου με μέτρα και σταθμά, με σταθερές αξίες κλπ. Έχω εμμονή με την εικόνα (κουσούρι ενταξει, τι να κάνουμε;), τα προσωπικά μου (που ποτέ δεν βγαίνουν σε καλό, επίσης τι να κάνουμε;) και με τα όνειρα (φιλοδοξίες, φαντασίες, ρομαντισμοί – πες το όπως θες, δικά μου είναι και όνειρα τα λέω, τι με νοιάζει τι τα λεν οι άλλοι;).

Από την άλλη δεν είμαι ακραίος. Μισώ οτιδήποτε είναι ντε και καλά κραυγαλέο. Για μένα στη ζωή ακραία είναι πολλά πράγματα: όταν η γυναίκα είναι πολύ πουτάνα – ψυχή και σώμα, όταν ο gay είναι πολύ πούστης, όταν ο fashionίστας είναι πολύ μοδάτος – σύμφωνα με ένα γούστο παράλληλου σύμπαντος που ποτέ δεν συναντήθηκα. Αποστρέφομαι οτιδήποτε πάει να μου επιβάλει όρους, χωρίς καν να με ρωτήσει αν τους ανέχομαι.

Εφόσον ζητάς την εκτίμηση του βλέμματός μου, πρέπει να πληροίς και κάποιες προϋποθέσεις που εύλογα φαντάζομαι πως απαιτώ. Και εκεί κάπου έρχεται μια πορεία ζωής, άλλων ανθρώπων, που τους έπεισε πως είναι κάτι αξιόλογο, επειδή τράβαγαν το σχοινί όπως είδαν άλλοι να το τραβάνε και είπαν να το μιμηθούν.

Όταν ανεβάζεις τα μάτια σου τόσο ψηλά και θες να ζεις εφάμιλλα με ένα δημόσιο πρόσωπο, ξέρεις, πρέπει να είσαι κι εσύ εφάμιλλος ως λάμψη τουλάχιστον. Όπως ένας θαυμαστής δεν μπορεί να πηδήξει ποτέ το είδωλό του, την αγαπημένη του τραγουδίστρια ή ηθοποιό ας πούμε, έτσι και ένας παρατρεχάμενος δεν μπορεί να έχει τόσο αξία όσο το άτομο – κεντρομόλος δύναμη. Είναι σαν να θες να ποτίσεις τη γλάστρα και – παρεμπιπτόντως – να λες πως πάλι καλά που θα πάρει νερό και ο βασιλικός.

Το κοινό, βέβαια, δεν είναι άμοιρο ευθυνών. Δεκάδες νυμφίδια εμφανίζονται στον δρόμο του καθενός και για να κλέψουν λίγη λάμψη από την αδίκως και εντελώς άνευ λόγου κλεμμένη από τους πραγματικά προβεβλημένους ανθρώπους δόξα, επιβεβαιώνοντας τους παρατρεχάμενους πόσο σημαντικοί είναι. «Πωπω πόσο κόσμο ξέρεις», «πωπώ τι ωραία που τα λες», «ααα η τάδε τηλεπερσόνα είναι φίλη σου δηλαδή; Την έχεις δει από κοντά;» φαντάζομαι ή ακόμα και γνωρίζω πώς είναι φράσεις που έρχονται να πείσουν αυτήν την ειδική φάρα ανθρώπων πόσο σημαντική είναι.

Εν προκειμένω ξέρω πως το όλο ζήτημα είναι ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι, κάποια τζάμπα pass σε λαμπερά μα χρεοκοπημένα events και ούτω καθ’ εξής. Ξέρετε, νομοτελειακά πιστεύω πια πως αυτή η συγκεκριμένη φάρα ανθρώπων είναι φτιαγμένη για να ζει στη σκιά. Και αυτό που ζεις, πάντα μα πάντα, δεν είναι ο χώρος που μπορεί να σου φωτίσει ο διπλανός σου, αλλά αυτό που εσύ φέρεις μέσα σου. Τι να το κάνω αν είσαι όλη μέρα κάτω από τα φώτα, αλλά δεν χτυπάνε εσένα;

Δύο χρόνια τώρα έχω γνωρίσει ό,τι ανθρωποειδές μπορεί να φανταστεί ο νους. Λες και βρέθηκε μια ανώτερη δύναμη και βάλθηκε να μου παρουσιάσει ό,τι είδος Έλληνα έφτιαξε ο πανάγαθος και ζει σήμερα επί βαλκανικής (και μη) γης. Θα μου πεις, δεν γούσταρες καθόλου; Βεβαίως και γούσταρα. Στην αρχή, στη γνωριμία, στο βλέμμα. Μετά κατάλαβα πως μια ζωή θα μείνουμε στη γνωριμία, γιατί αν μιλήσεις παραπάνω μόνο μαλακίες θα ακούσεις.

Και αν εγώ είμαι ο περίεργος, που προέρχομαι από ένα χρυσό κλουβί που δεν είχε τίποτα να μου προσφέρει σε ουσία, καταλήγω πως τα καλύτερα μου χρόνια τα έζησα μέσα σε αυτό. Γιατί, ξέρετε, ένα κλουβί, εκτός από περιορισμένες κινήσεις, σου παρέχει ασφάλεια, επίπεδο, προφύλαξη. Ο άνθρωπος, πιστεύω, είναι φτιαγμένος για να είναι επιρρεπές πλάσμα. Έχει μια τάση να ξεπέφτει, να θαμπώνει, να μην κρατιέται εκεί που είναι τοποθετημένος. Τρανό παράδειγμα αυτού είναι η χαρακτηριστική ερώτηση «έχεις πέσει ποτέ στα πατώματα για μια γυναίκα/ έναν άντρα;». Άρα το θεωρείς ως ύψιστο αγαθό να καταδεχτείς να παρακαλέσεις, να ματώσεις να να να να… να εξευτελιστείς με λίγα λόγια. Ε όχι, όλα αυτά δεν μου είναι απαραίτητα.

Και πραγματικά, αν ο οποιοσδήποτε με την αύρα του και μόνο τολμήσει να αγγίξει τα γυαλιστερά όρια του κόσμου που έχω επιλέξει να ζω θα με βρει μπροστά του. Τα χρόνια της υπομονής μου εξαντλήθηκαν, κατάφερα αρκετά, καιρός να επιβάλω εγώ τους όρους μου. Όχι στους άλλους, αλλά στην καθημερινότητά μου.

Και αν ο κάθε ένας που με γνωρίζει σήμερα, με βρίσκει αντιπαθητικό επειδή δεν του δίνω σημασία, να θυμάται πάντα πως όταν ο άλλος αξίζει, θα του δώσω σημασία. Πολλή, περισσότερη από όση κανονικά θα έπρεπε – γιατί εγώ είμαι άνθρωπος που παθιάζεται, ξέρει να δίνεται και ζει όσα επέλεξε με όλη του την καρδιά. Αλλά είμαι από αυτούς που ζουν τα πάντα με την καρδιά τους και όχι το ύφος τους.

Και κάπου εδώ θυμάμαι γιατί η κολλητή μου, μου τονίζει μια ζωή πως είμαι ο Κοκός – και όχι ακόμα ένας Κωνσταντίνος.