Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Η πετρ(ι)α

Που λες, φίλε αναγνώστη, απόψε έκανα καμπάκ στο γυμναστήριο και πόσο χαμός δεν φαντάζεσαι. Και να ο trainer να λέει ωπ που σαι φιλαράκι, λες και μπήκε το καμάρι της επιχείρησης και δώσε πόνο αδελφέ και δεν συμμαζεύεται. Το πίστεψα κι εγώ και του λέω αντέχω και κάπου εκεί ήταν που γέλασε ένα ελλειπτικό και κάτι βαράκια – παιδιά είναι κι αυτά μη νομίζεις.

Γυρνώντας σπίτι κι αφού αγόρασα μπιφτέκια γαλοπούλας, αδιαφορώντας για το συμπαθές πουλερικό, τιμώντας τη φιτ διάθεση της ημέρας, οδηγούσα στην Κηφισίας και το έπαιζα άλλη Ελεωνόρα Ζουγανέλη τύπου κλαίω κι οδηγώ και κάτω απ τη ζακέτα φοράω νυχτικό. Νυχτικό δεν φορούσα, γιατί με μη αποτριχωμένο μπούτι πολύ δε λέει, αλλά εκεί που έφτανα στο Golden Hall και ένιωθα περισσότερο δεξιός παρά ποτέ, ακούω ένα «τσακ» τοσο δυνατό που πραγματικά πίστεψα ότι η limo μου παρέδωσε το πνεύμα.

Μέσα σε δύο λεπτά και πρωτού καλά καλά φτάσω δαχτυλίδι περνάει όλη μου η ζωή μπροστά από τα μάτια μου: τότε που πήγα για πρώτη φορά στη Μελωδία της Ευτυχίας, τη μέρα που είδα για πρώτη φορά Big Brother, φυσικά τα επικά live του Fame Story, την πρώτη εμφάνιση του Μαρτάκη στο Dream Show, το 504 χλμ βόρεια της Αθήνας, τα Υπέροχα Πλάσματα, τους S1ngles, το Mega Star και γενικά ό,τι λάχει μάνα μου και θυμόμουνα.

Σημασία δεν έδωσα στο «τσακ», μη ψαρώνεις. Απλά τα θυμήθηκα όλα αυτά και σκέφτηκα πόσο τυχερός είμαι που ενώ έζησα για ακόμα μια φορά στα άκρα, ακούγοντας το τρομερό αυτό ηχητικό εφέ, επέζησα και συνέχιζα να οδηγώ την αμαξάρα μου στην εγχώρια autostrada.

Παράλληλα να ξέρεις άκουγα και Love Radio και τον καταπληκτικό Άγγελο Τριάντη να λέει πως το χιούμορ είναι πύλη σοφίας και ένιωσα λίγο πιο σημαντικός από τον Κώστα Τσάκωνα, γιατί μια φίλη μου μου χε πει αχ ρε Κωνσταντίνε, τέτοιο χιούμορ και πάει χαμένο - να δουμε ποιος θα το καταλάβει. Ξεπερνώντας πως η φίλη μου ίσως εννοούσε πως δεν είμαι μοντέλο παρά ένας έξυπνος χιουμορίστας, σκέφτηκα πως ο ραδιοφωνικός παραγώγαρος μιλούσε για μένα και του τουήταρα και πόσο σημαντικός ένιωσα που με έκανε ΑρΤι να μη στα λέω. Στιγμή καταξίωσης (παύση).

Ε και κάποια στιγμή έφτασα σπίτι. Έστριψα τ’ ανηφόρι το στενό που με κάνει να νιώθω πως μένω σε φτωχογειτονιά και δεν με κάνει να ξεχάσω από πού ξεκίνησα, σαν άλλη κορδελιάστρα (παλιά με λέγανε Άντζελα – στενοί φίλοι, μη φανταστείς ελεύθερα) και πάρκαρα. Κατεβαίνω από την κόκκινη αμαξάρα, μήκους ενάμιση μέτρου, κοιτάω από δω, κοιτάω από κει, κοιτάω κάτω, κοιτάω πάνω –πανσέληνος μαλακά μου πάμε σπίτι- και ΤΙΠΟΤΑ. Μια πλάνη το «τσακ»; Να θυμήθηκε ο Θεός, που το χα πει προψές θε μου δως μου ένα σημάδι, και να ευκαίρησε εκείνη την ώρα; Ποιος ξέρει;


Έβαλα συναγερμό, ανέβηκα σπίτι και έφαγα τα γαλόπουλα. Εσύ απόψε φάγατε καλά; Αυτό θέλω να ξέρω γω. Κατά τα άλλα, πετριά θα ‘ταν.