Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Αντί μέτρησης προβάτων


Κι ότι έλεγα να κοιμηθώ απόψε. Ρε συ δεν μπορώ. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε που μια τέτοια βραδιά περίμενα, ένα τέτοιο πρωί όπως αυτό που έρχεται για να γίνει κάτι σαν αυτό που θα γίνει. Και τότε εντάξει, είχα αγωνία για το άγνωστο, τώρα όμως;

Και είναι και αυτές οι πεταλούδες μωρέ στο στομάχι μου, ενοχλητικά πλάσματα. Να θες να ησυχάσεις και να μην μπορείς ρε παιδί μου. Και να πεις πως έχει τον χώρο που είχε παλιά, μειώθηκε κι αυτό μετά από κόπο, αίμα και δάκρυα. Καλά, υπερβάλλω μόνο το φαγητό έκοψα.
Και που λες περιμένω να βγει ο ηλιάτορας που είναι πανδαμάτωρ. Τι μαλακίες κάθομαι και θυμάμαι βραδυάτικα; Αυτό το πανδαμάτωρ, για τον χρόνο σου λέει το λένε αλλά εγώ τώρα το βολεύτηκα και για τον ήλιο, εσύ πού κολλάς;

Και ήθελα να γυρίσω και σπίτι μου νωρίς, να χαζέψω το πισί μου και να το παίξω σοβαρός. Αμ αν δεν το χεις μέσα σου αυτό το «μαζεύομαι σπίτι» δεν το βρίσκεις ούτε έξω σου. Όσο και να το θες.

Άσε που είναι και το άλλο. Τόσες μέρες, καταπόδας έχω πάρει το θέμα αισθηματικά. Δηλαδή από εδώ το πάω, από εκεί το πάω, κάτι θα προκύψει. Και το σοβαρό και το χαζό και ο «κόκκινος σταυρός» και το παλιό και το καινούριο και αυτό που θες και αυτό που δεν θες. Όλα μπλέκονται γλυκά – μέχρι να φάει κάποιος το ξύλο. Ποιος θα είναι αυτός δεν ξέρω όμως! Ελπίζω όχι εγώ…

Η φάση απόψε είναι «ας ήταν όλη η ζωή μου σαν και σήμερα». Πραγματικά, μπορεί τίποτα σημαντικό να μην έγινε, σήμερα, αλλά όλο αυτό το γεμάτο εναλλαγές σκηνικό μπορεί να με ενθουσιάσει. Δωσ’ μου βόλτα στην Αθήνα με φίλους και γνωστούς – ή και με απλώς τα ακουστικά – ιπτάμενος δίσκος μου και εγώ σου κάνω τούμπες.

Και το βράδυ ήρθε και έδεσε. Και τα καινούρια και τα παλιά και τα περίεργα. Εντάξει κουνάω κι εγώ λίγο τα νήματα, μήπως και κεντήσουν προς τη σωστή μεριά αλλά μωρέ αν δεν τα κάνω τώρα αυτά, πότε; Στα 35 που θέλω και τα δίδυμα αλά Ρίκι Μάρτιν;

Α να τώρα έρχεται να δέσει το πράγμα, ρε Θεούλη γιατί με τυρρανάς; Δηλαδή ή όλοι πρέπει να θέλουν να με έχουν φίλο τους – αν μη τι άλλο – ή κανείς δεν θέλει να με βλέπει σε ακτίνα χιλιομέτρου; Δεν σε καταλαβαίνω πραγματικά.

Και ρε παιδί μου, δεν είναι μόνο αυτό! Είναι που δεν καταλαβαίνω και τι θέλω. Κλάφτηκα και για τη δουλειά και να που ήρθε. Κλάφτηκα και για τα κιλά και να που χάθηκαν. Κλάφτηκα, κλάφτηκα, κλάφτηκα, τελικά μήπως το πολύ το κλάμα το μόνο που προκαλεί είναι λερωμένα χαρτομάντηλα;

Σκέψου το λίγο φίλε αναγνώστη. Εγώ όσο έκλαψα τίποτα δεν κατάφερα. Όταν σκούπισα μάτια, μύξες και λοιπά και κοίταξα το θέμα μου κατάματα, ή που κέρδισα ή που με έδιωξαν. Ποτέ δεν έχασα, γιατί για να χάσεις πρέπει να παίξεις και εγώ δυστυχώς για μένα δεν είμαι το παιχνιδιού, είμαι της σοβαρής αντιμετώπισης.

Α και μεταξύ μας, οι άνθρωποι ομορφαίνουν. Σήμερα είδα έναν που οκ δεν λέω, όμορφος άνθρωπος εντός και εκτός αλλά τόσο; Να βλέπεις ρε φίλε έναν άνθρωπο που έβλεπες και τις προάλλες και να θες να του πεις, ρε καμάρι μου λάμπεις! Ναι ρε για σένα λέω, με τα μαύρα και τη λουίζα.

Τι να πω; Μπορεί να φταίει και η γύρη που είμαι τόσο καλός. Άσε το άλλο, πολύ κοινωνικός μας βγήκα. Εγώ που σήκωνα τηλέφωνο και ντρεπόμουν που μου είχαν κάνει την τιμή να με καλέσουν κάπου. Εγώ να γυρνάω στα τραπέζια σαν άλλη Πέγκυ Ζήνα και να χαιρετάω φίλους και γνωστούς; Πού ακούστηκε; Τι σκατά μου βάζανε στον καφέ τόσο καιρό στην ΙΜΑΚΟ και από σνομπ έγινα wannabe celebrity;

Αυτά είχα να σου πω φίλε μου, που σπαταλάς τη νύχτα σου, διαβάζοντάς με. Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω, όπως δεν έχω και ύπνο επίσης. Ελπίζω ότι ένιωσα πως μπορεί να πάρει σάρκα και οστά από τούδε και στο εξής, να το δω να ορθώνεται σαν λαμπρό οικοδόμημα και κυρίως – ακόμα και αν πέσει κάποια στιγμή – ελπίζω να μην πλακώσει εμένα.

Οι γνώστες, νομίζω τα κατάλαβαν όλα.

Σας αγαπώ, γνώστες.