Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Έτσι είναι αυτά…




Πάει καιρός από την τελευταία φορά που κάθισα να γράψω κάτι. Ξέρεις, συνήθως, κάθομαι να γράψω στο blog κάποιες στιγμές που θέλω να με κάνω να σκεφτώ. Πολλές φορές περνάνε από το μυαλό μας υποσυνείδητα τόσες μικρές, μαύρες ή λαμπρές, σκέψεις και εμείς κάνουμε πως δεν τις καταλαβαίνουμε ποτέ. Έτσι είναι αυτά… Ό,τι θέλουμε να αποφύγουμε  μπορούμε να πείσουμε τον εαυτό μας πως δεν συνέβη ποτέ.

Τελοσπάντων, η ζωή μου από εκεί που είχε χρώμα, πέρασε σε μια παλ απόχρωσή της, μετά σε μια πιο σκούρα και κατέληξε να έχει – πώς να το χαρακτηρίσω δεν ξέρω – ένα χρωματάκι τύπου γκρι, τύπου συνηθισμένο, ίσως και άχρωμο.

Το αστείο μέσα στην όλη υπόθεση είναι ένα γαμημένο «τι ανάγκη έχεις εσύ» που με καταδιώκει από τότε που θυμάμαι το σώμα μου να αναπνέει μέσα σε κοινωνικά σύνολα. Τι ανάγκη έχω εγώ; Θες να σου πω καρδιά μου ή μήπως προτιμάς να συνεχίζεις να πίνεις το ποτό σου, όσο προσπαθείς να εντοπίσεις το επόμενο φλερτάκι σου που θα το καταβροχθίσεις πιο γρήγορα από ένα big mac menu;

Και ενώ σε έχω βρει, σε χάνω. Να σε έχω δίπλα μου αλλά να μη μου ανήκεις. Να είμαι ο εκλεκτός αλλά όχι της καρδιάς σου. Σαν να είμαστε διάσημοι και να μη μας παίζει το Star – άδικο. Έχω και εγώ τα θέματά μου ε; Το ξέρω ρε γαμώτο. Ψυχοφθόρο ρε συ! Κάνω τόση προσπάθεια για να δεις πως είμαι εδώ για σένα, για να κάνω το εσύ κι εγώ να γίνει εμείς και νομίζω πώς όλη χύνεται σαν ένα τυχαίο ποτό στο χαλί.

«Στάζει η καρδιά μου αίμα» τραγουδούσαν κάποτε οι Émigré. Δεν φαντάζεσαι πόσες φορές το τελευταίο διάστημα σκέφτηκα αυτό τον στίχο. Όχι πως συνέβη κάτι τραγικό αλλά ναι, στάζει ρε πούστη μου. Μεγαλώνω και συνειδητοποιώ πως 24 δεν θα είμαι ποτέ ξανά, ενώ παράλληλα δεν έχω να θυμάμαι και τίποτα από αυτά. Όχι εντάξει, δεν είναι πως δεν έχω να θυμάμαι αλλά ίσως στα 30 μου να μην είμαι και τόσο περήφανος για αυτά που έζησα στα 24 μου.

Πώς να το πω; Αν τα όνειρά μου είναι στην Κηφισιά, εγώ μένω στη Γλυφάδα. Εξ’ ίσου ποιοτικό αλλά όχι αυτό που είχα ονειρευτεί να ζήσω. Πού είναι το παραμύθι; Πού είναι τα άσπρα άλογα; Πού είναι η πριγκίπισσα που θα σώσω; Πού είναι το πριγκιπάτο και ο λαός μου; Πού είμαι εγώ ρε Θεέ;

Δεν ξέρω αν ψάχνω πολλά για την εποχή που ζούμε αλλά εγώ ακόμα τα ζητάω. Μια μεγάλη αγάπη, μια παπακαλιατική ζωή, μια οικογένεια που θα με αγκάλιαζε σε κάθε μαλακία μου, μια δουλειά που θα τη ζήλευαν όλοι και φίλοι που είναι εκεί κάθε στιγμή για σένα – ίσως το τελευταίο το κατάφερα εδώ που τα λέμε. Αλλά όλα τα προηγούμενα ακόμα τα ψάχνω!

Δεν θέλω έρωτες ρε πούστη μου, μια αγάπη μιας ζωής θέλω. Θέλω να πάρω τη θέση μου στον χωροχρόνο, να γυρνάω το κεφάλι και να βλέπω το χαμόγελό σου εκεί. Να ξέρω πως είσαι εδώ για μένα, δίπλα μου. Όχι γιατί θες εμένα, αλλά γιατί το δικό σου «εγώ» βαριέται μόνο του. Να θέλεις το εμείς και αυτό να είναι ένα, για χρόνια, για μια ζωή.

Τι σου λέω ε; Πρέπει να πας και στο Boutique γιατί σε περιμένουν ε; Εντάξει, πες πως είχε κίνηση εκεί στο Καλαμάκι και άργησες. Να πας, ούτως ή άλλως ξέρεις πως εδώ θα είμαι και αύριο.

Τόσα χρόνια δεν έφυγα στιγμή, όσο και αν εσύ δεν το έβλεπες. Μη με διώξεις τώρα που πήρα το θάρρος να σου πω πως είμαι εδώ. Μόνο μη με διώξεις.