Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Σελίδες

Κατ' αρχάς διαβάζεται καλύτερα ακούγοντας αυτό: 



Υπάρχει τελευταία στο μυαλό μου μια διάθεση αναπόλησης του πρόσφατου παρελθόντος. Με έπιασα πολλές φορές να ανακαλώ στη μνήμη μου στιγμές από το 2008 ή το 2009, μέρες που τότε δεν το καταλάβαινα, αλλά ζούσα τη «χρυσή εποχή» μου.
Εντάξει, ας είμαστε ειλικρινείς. Είχαμε πολλά περισσότερα να σπαταλήσουμε τότε: λεφτά, αισθήματα, ώρες, αποθέματα. Τότε πραγματικά ήμασταν σε μιαν άλλη φάση, ως χώρα, ως λαός, ως άτομο εγώ, ως κοινωνία εσείς.
Για να μιλάμε με αριθμούς, τα 20 με τα 26 μου είναι πολύ διαφορετικά. Σε κάθε άνθρωπο σκέφτομαι, μεγάλη μαλακία καταλήγω. Υπάρχουν 30άρηδες που δεν έβαλαν ποτέ στο μυαλό τους έννοιες όπως η ευθύνη, η εξέλιξη, η αξία, η κοινωνική αποδοχή. Εγώ από την άλλη πήρα ένα μυαλό που είχε χώρο για γέμισμα και το κατάντησα να έχει overbooking.
Μέσα στα τελευταία έξι χρόνια θα μπορούσα να πω ότι γύρισα σελίδα στη ζωή μου. Μετά σκέφτομαι τι σημαίνει αυτό και καταλήγω στο ότι άλλαξα κεφάλαιο. Δυστυχώς ή ευτυχώς, γράφοντας τις σελίδες της ζωής μας – ακόμα και με ενεργό auto-correct – θα σου ξεφύγει το λαθάκι. Το λαθάκι αυτό που θα χεις, μάλιστα, να θυμάσαι για χρόνια. Αυτό που σε έκανε να γελάσεις ή να κλάψεις.
Ευτυχώς ο Μεγαλοδύναμος έφτιαξε έτσι τη νομοτέλεια του σύμπαντος ώστε όλα να διορθώνονται μέχρι εκεί που δεν θίγεται το δικαίωμα στη ζωή. Εντάξει τον θάνατο δεν μπορείς να τον αναστρέψεις, αλλά ακόμα και αυτόν μπορείς να τον τιμήσεις και να τον σεβαστείς. Και αυτό ένα είδος διόρθωσης είναι.
Αλλά ας επιστρέψουμε στο πέρασμα του χρόνου. Πολλοί θα σου πουν ότι γινόμαστε καλύτεροι, πολλοί λένε ότι κατάφεραν πράγματα. Εγώ θα σου πω ότι συνέχισα απλά τον δρόμο μου. Δεν είμαι κανένας μάγος βιολιστής, που λέει και η Μποφίλιου, αλλά είμαι υπολοχαγός έρωτας.
Έρωτας; Είπα τη λέξη- κλειδί. Είναι η πληγή μου. Τη γλύφω, τη γιατρεύω και περνάει μήνες επουλωμένη. Και σε ένα βράδυ μέσα, σαν από απλό άγγιγμα, ματώνει και αρχίζει να ξερνά αίμα, πολύ, συγκεντρωμένο, σχεδόν σάπιο. Δυστυχώς ο έρωτας είναι πληγή. Μια πληγή που αντί για πόνο δημιουργεί αυτή τη χαρακτηριστική διάθεση, με τη διαφορά που αυτό το αίμα που αναβλύζει φέρνει μαζί του και τη σηψαιμία των απωθημένων μας.
Δεν υπάρχει στο σύμπαν ερωτική σχέση που δεν εμπεριείχε το πάθος, το κακό, το αυτοκαταστροφικό, το εξευτελιστικό και ακραίο. ΑΥΤΗ Η ΜΑΣΤΙΓΑ που θα έγραφε και ο Ανδρουλάκης ο μικρός. Και γιατί να ερωτευτείς πια; Δεν μπορείς απλά να αγαπήσεις. Εδώ, ο προαναφερθείς Μεγαλοδύναμος μάλλον δεν είχε διαβάσει καλά τα SOS και η συνταγή δεν μας πέτυχε. Όμως στο τέλος πάντα θα θυμάμαι πως το αποτέλεσμα του υγιούς έρωτα είναι μαγικό, υπέρλαμπρο, ισορροπημένο, αιωνόβιο, σχεδόν ηλιόλουστο.
Εγώ παππούδες αληθινούς δεν αισθάνθηκα πραγματικά δικούς μου, αλλά γιαγιάδες είχα – πια έχω μία και τη φροντίζω γιατί την έχω ανάγκη για τη νομοτέλεια της δικής μου ηρεμίας και ζωής. Στη θέση των παππούδων μου, όμως, γνώρισα δύο υπέροχους θείους.
Ο Ευάγγελος, ουσιαστικά θείος της μαμάς μου, ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο έπαιξα για πρώτη φορά στη ζωή μου μπάλα. Για πρώτη και μοναδική. Και το έκανα για εκείνον, γιατί τον αγαπούσα και ήθελα να του κάνω το χατήρι. Έφυγε και μου χάρισε το αντριλίκι του (μου).
Ο άλλος, όμως, ήταν ο Αντώνης. Και εκεί μιλάμε για έναν άνθρωπο που έμοιαζε με ένα τεράστιο προφιτερόλ. Υπέργλυκος, σχεδόν λιγωτικός, παραδοσιακός, εκλεπτυσμένος, με ανεξάντλητα αισθήματα, χιούμορ, υπέροχα φαγητά και μια αγκαλιά πάντα για τον «Bimbo» του. Έφυγε σε μια αμήχανη στιγμή της ζωής μου και εκεί κατάλαβα ότι μεγάλωσα. Εκεί κατάλαβα πως είχα στην πλάτη μου την ευλογία του σύμπαντος και δεν ήταν άλλη που γνώρισα αυτόν τον άνθρωπο. Και εκεί, την ώρα του τελευταίου «αντίο», μου έδωσε το τελευταίο και μεγαλύτερο μάθημά του.
Εντελώς τυχαία, εκεί στον χαμούλη της τελετής, βρέθηκα τυχαία στο πλευρό της θείας μου, της γυναίκας του δηλαδή που αποχαιρετούσε την αγάπη της. Την αγάπη, όμως, αδερφέ δεν την αποχαιρετάς – το σώμα είναι αυτό που φεύγει και μένουν σώματα ζωντανά να το αποχαιρετούν. Τότε, λοιπόν, εκείνη τη θλιβερή στιγμή, γύρισε η θεία μου και μου είπε κάτι σαν… «Και τώρα; Πώς ζω εγώ χωρίς την αγάπη μου; Τον Αντώνη μου;». Και να μωρέ, αυτό ήταν που με δίδαξε ο μέγιστος Αντουάν. Να αφήνεις πίσω σου ανθρώπους, όταν έρθει εκείνη η ώρα, που θα σε θυμούνται και θα λένε πως ήσουν «η αγάπη τους».
Έτσι, οι σελίδες γυρνούν, τα κεφάλαια κλείνουν. Αποχαιρετάμε τους ανθρώπους και κάνουμε τη δική μας αυτοκριτική. Κι εκεί όπως την κάνουμε κλείνουμε το μάτι στον μάγκα θείο που μας έμαθε την προπαίδεια, κρατώντας μας αγκαλιά έναν Αύγουστο στο εξωχικό και του λέμε «Θείο, καλά τα πάω;». Την απάντηση στη δίνει η ζωή σου.
Τις σελίδες στη ζωή δεν τις γυρνάς εσύ, αλλά το σύμπαν. Εσύ έχεις το δικαίωμα μόνο να γράψεις μέχρι να τελειώσει το μελάνι σου. Φρόντισε, όταν πια στερέψεις από μελάνι, να μην έχεις ντραπεί για αυτά που έγραψες, αλλά να τα έχεις πει και όλα.
Και κάτι ακόμα… Αν άξιζαν αυτά που έγραψες, να είσαι σίγουρος πως θα βρεθούν κι άλλοι να τα επαναλάβουν. Ακριβώς όπως έκανα εγώ με τις διδαχές αυτού του υπέροχου ανθρώπου.

Αφιερωμένο στον πιο υπέροχο άνθρωπο που με κράτησε ποτέ στην αγκαλιά του.